- λιάσιο
- Γεωλογική υποπερίοδος της ιουρασικής περιόδου του μεσοζωικού αιώνα, η οποία ονομάζεται επίσης και κατώτερο ιουρασικό. Το λ. αντιπροσωπεύεται λιθολογικά από ασβεστόλιθους, από μαργαϊκούς ασβεστόλιθους και από μάργες, ενώ χαρακτηρίζεται από ομοιομορφία της χλωρίδας και της πανίδας. Οι αμμωνίτες και οι βελεμνίτες είναι οι πιο ενδιαφέρουσες ομάδες από τα ασπόνδυλα, ενώ από τα σπονδυλωτά, αξιόλογη ποικιλία μορφών παρουσιάζουν τα ερπετά. Στον φυτικό κόσμο, μεγάλη ανάπτυξη είχαν τα βενετιτοειδή και τα γιγκοειδή. Το λ. υποδιαιρείται σε ετάνζιο, σινεμούριο, σαρμούτιο, δομέριο, τοάρσιο και ααλένιο. Συναντάται κυρίως με τις φάσεις των βαθιών θαλασσών που αποτελούν τον αλπινικό ή μεσογειακό τύπο. Η φάση αυτή διακρίνεται στις εξής τοπικές φάσεις: α) φάση του μαργαϊκού ερυθρού κονδυλώδους αμμωνιτοφόρου ασβεστόλιθου (συναντάται στο Σάλτσμπουργκ, στη Λομβαρδία και στην Ελλάδα – Αδριατικοϊόνια ζώνη)· β) φάση των κηλιδωτών αμμωνιτοφόρων μαργών και μαργαϊκών ασβεστόλιθων (συναντάται κυρίως στην Ιταλία και στην Ελλάδα και περιέχει πλούσια λείψανα αμμωνιτών και άλλων οργανισμών)· γ) φάση του φαιού ασβεστόλιθου με μεγαλόδοντα (συναντάται κυρίως στην Ελλάδα και στο μεσημβρινό Τιρόλο)· δ) φάση των λευκών κρινοειδικών ασβεστολίθων, με βραχιονόποδα και αμμωνίτες (συναντάται κυρίως στις Αυστριακές Άλπεις)· ε) φάση των σχιστολίθων και ψαμμιτών με βαθύ χρώμα, που περιέχουν κυκαδικά πτεριδόφυτα και ορυκτούς άνθρακες (Ουράλια όρη, Κίνα).
Στις δυτικές Άλπεις (Ιταλία) το λ. εμφανίζει κατά μεγάλο μέρος μεταμορφωμένους σχηματισμούς, με παρεμβολές πρασινολίθων αμφιβολιτικού τύπου, πρασινίτες κλπ., οι οποίοι ονομάζονται γενικά ασβεστιτικοί σχιστόλιθοι. Από άποψη ορυκτού πλούτου, σημαντικοί είναι οι ορυκτοί άνθρακες των Ουραλίων (οι οποίοι αποτελούν τα πλουσιότερα κοιτάσματα της Ευρώπης) και της Κίνας, καθώς και μεταλλεύματα σιδήρου (μινέτης) με περιεκτικότητα 33-35%, ηλικίας ανώτερου λ. έως και δογκέριου.
* * *τογεωλ. η αρχαιότερη υποδιαίρεση τού ιουρασικού και τών πετρωμάτων που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκειά του στη βορειοδυτική Ευρώπη, αλλ. μέλαν ιουρασικό.
Dictionary of Greek. 2013.